Λέξεις
Είναι κάτι νύχτες
που τ’ αστέρια φαίνονται τόσο μακρινά.
Θαμπά κι αρρωστημένα,
σβήνουν ένα-ένα
όπως τα φώτα σε ένα χωριό ερημικό,
σκαρφαλωμένο σε μια βουνοπλαγιά,
που τα ελάτια γίναν φίλοι με τα κεραμίδια
χρόνια τώρα
και οι λιγοστοί κάτοικοι του
γέροι και κουρασμένοι
σβήνουν μια-μια τις λάμπες τους για να κοιμηθούν.
Είναι τότε που το φεγγάρι, μισό,
στρογγυλοκάθεται στον ουρανό
και μας κοιτάζει.
Εμάς και τη μισή μας ζωή.
Πως άσπρισαν οι τρίχες στο κεφάλι μας
κι ακόμα ψάχνουμε τις λέξεις που να ταιριάζουν,
ώστε κάποτε να μπορέσουμε να ρωτήσουμε,
να τραγουδήσουμε,
να γελάσουμε.
Και μοιάζουν τα κεφάλια μας με τα βουνά,
έτσι άσπρα κι αυτά στις κορυφές,
ακόμα ψάχνουν να βρουν τον τρόπο
ν’ ακουμπήσουν τον ήλιο,
μήπως και…
Δεν ξέρω.
Ακόμα δεν έχω βρει τις λέξεις
κι απορώ.

